Αλέξανδρος Κορδάς, Του Σισύφου

Ενύπνια Ψιχίων

Δεν είχαμε ψωμί στο σπίτι και τα δόντια μας πέφτανε. Αναγκαζόμασταν να βρίσκουμε έξυπνες λύσεις, πότε κάναμε ότι κλωσάγαμε ένα αυγό, πότε ότι γεμίζουμε τον ουρανίσκο μας αγκάθια και μιμούμασταν τον ουρανό με τα χαλινά του. Ο πατέρας ήταν κατάκοιτος στο κρεβάτι, είχε βγάλει κάτι αράχνες μεγάλες που τον πόναγαν. Έπρεπε κάθε τόσο να τον κουβαλάμε στην ερημιά, γιατί σταμνί δεν ξέραμε κι όποτε χρειαζότανε νερό, τον πηγαίναμε στο πηγάδι. Το μόνο μας παιχνίδι ήτανε το πηγάδι, που το ρωτάγαμε τι θα συμβεί άμα μεγαλώσουμε κι εκείνο απάνταγε με τρεις οργιές νερό και αλάτι. Και μεγαλώσαμε και κάναμε απ’ τη δυσκολία κοφτερό μυαλό. Ο πρώτος άνοιξε μεσιτικό γραφείο στην Παλλήνη, ο τρίτος μαστόρευε λαγήνια και βεγγαλικά κι εγώ έγινα βασιλιάς στη Θήβα.


Ό,τι κι αν κάναμε πάντοτε κουβαλούσαμε στην πλάτη τον πατέρα. Κάποτε ήθελε νερό, άλλοτε ζητούσε τουαλέτα. Γκρίνιαζε στην υγρασία και φώναζε στη ζέστη. Γέμιζε μύγες και έπρεπε να…

View original post 431 more words

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s